O "κυρίαρχος λαός" προσέρχεται στις κάλπες την Κυριακή με ένα πιστόλι στον κρόταφο. Ωστόσο, ένα ΟΧΙ είναι η μόνη επιλογή που μπορεί να ανοίξει πεδία παρέμβασης για την υπεράσπιση των κοινών αγαθών και την οχύρωση των συλλογικών μας εγχειρημάτων.
Η απόφαση της κυβέρνησης, αργά την
περασμένη Παρασκευή, να θέσει τις προτάσεις των πιστωτών σε δημοψήφισμα
εξέπληξε ακόμη και όσους, από τη σκοπιά των κοινωνικών κινημάτων, αγωνίζονται
τα τελευταία χρόνια κατά της λιτότητας στην Ελλάδα. Εκείνες τις μέρες οι
διαπραγματεύσεις είχαν φτάσει για άλλη μια φορά σε αδιέξοδο, το πρόγραμμα
διάσωσης πλησίαζε στο τέλος του, και οι «θεσμοί» -γνωστοι στο παρελθόν και ως
«τρόικα»- είχαν για πολλοστή φορά απορρίψει τις περιορισμένες και απέλπιδες
προσπάθειες της ελληνικής κυβέρνησης να μεταφέρει κάποια από τα κόστη της
κρίσης στους έχοντες. Αντ' αυτού, απαιτούσαν μεγαλύτερες θυσίες από πλευράς των
λαϊκών στρωμάτων: περαιτέρω μειώσεις σε μισθούς και συντάξεις, μια νέα επίθεση
στα δημόσια και κοινά αγαθά, περαιτέρω άλωση των εργατικών και κοινωνικών
κεκτημένων. Ζητούσαν, δηλαδή, τη συνέχιση ενός προγράμματος λιτότητας που όχι
μόνο είχε βυθίσει μια ολόκληρη κοινωνία στην εξαθλίωση, αλλά και είχε
αποδεδειγμένα αποτύχει στους στόχους που το ίδιο έθετε: να ελαφρύνει το δημόσιο
χρέος και να ενεργοποιήσει την οικονομία της χώρας. Και το επιστέγασμα: ακόμη
και η πρόταση 47 σελίδων της ελληνικής κυβέρνησης, την οποία απέρριψαν ως
ανεπαρκή οι εταίροι/δανειστές, είχε όλα τα γνωρίσματα ενός νέου πακέτου μέτρων
λιτότητας. Ως εκ τούτου, τα κοινωνικά κινήματα είχαν αρχίσει την προετοιμασία για
να αντισταθούν σε ένα ακόμη μνημόνιο· οργανώθηκαν ακόμη και προπαρασκευαστικές
συναντήσεις για την αναβίωση του κινήματος των πλατειών του 2011.
Στο πλαίσιο αυτό, η απόφαση της κυβέρνησης να διοργανώσει
δημοψήφισμα φάνηκε έντιμη ακόμη και σε όσους, μέσα στην αριστερά και τα
κινήματα, ασκούν κριτική κατά της κυβέρνησης. Ο πρωθυπουργός παραδέχτηκε ότι η
εντολή που οι Έλληνες του έδωσαν τον Ιανουάριο, δηλαδή να αντιστρέψει τους
όρους της λιτότητας χωρίς να έρθει σε ρήξη με τους πιστωτές, ήταν αδύνατο να
έρθει εις πέρας. Ήταν επιτακτική ανάγκη, λοιπόν, να ρωτήσει και πάλι τους
πολίτες σχετικά με το πώς θα προχωρήσουμε. Σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση που κυβερνάται
από τεχνοκράτες εντολοδόχους του οικονομικού κατεστημένου, το να ζητήσει μια
κυβέρνηση από τους πολίτες να συμμετέχουν στις αποφάσεις που επηρεάζουν τη
μοίρα τους μοιάζει ριζοσπαστική πράξη. Πράγματι, το σύνολο των ελληνικών μνημονιακών
δυνάμεων κατήγγειλε την προκήρυξη του δημοψηφίσματος ως «πραξικόπημα».
Ωστόσο, πρέπει να κρατήσουμε αποστάσεις από τις φωνές που
παρουσιάζουν θριαμβευτικά το δημοψήφισμα ως πράξη «άμεσης δημοκρατίας». Η άμεση
δημοκρατία είναι η συνεχής συμμετοχή των πολιτών στη διαχείριση των υποθέσεών
τους χωρίς τη διαμεσολάβηση των επαγγελματιών πολιτικών, η ικανότητα των απλών
ανθρώπων να καθορίσουν το περιεχόμενο του δημόσιου διαλόγου. Δεν μπορούμε να ονομάσουμε
«πράξη άμεσης δημοκρατίας" ένα δημοψήφισμα που ζητά απλά από τους πολίτες
να διαλέξουν πλευρά σε ζητήματα πολύ ασαφή, προϊόντα μιας σειράς συνεδριάσεων
κεκλεισμένων των θυρών. Πράγματι, οι πολίτες καλούνται να αποφασίσουν σε αυτό
το "ιστορικό" δημοψήφισμα, χωρίς να κατανοούν πραγματικά το ερώτημα, χωρίς
να μπορούν να προβλέψουν τις συνέπειες της ετυμηγορίας τους, και χωρίς να έχουν
συλλογικά διαμορφώσει ένα «σχέδιο Β» για την επόμενη μέρα.











